καύχημα

τὸ καύχημα, άτος то, чем похваляются; похвала

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "καύχημα" в других словарях:

  • καύχημα — καύχημα, το και καύκημα, το, ατος εκείνο για το οποίο καυχάται κανένας, δόξα, καμάρι: Η πρόοδος του παιδιού μου είναι το καύχημά μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καύχημα — a boast neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καύχημα — και καύκημα, το (ΑΜ καύχημα, Α δωρ. τ. καύχαμα) [καυχώμαι] 1. το αντικείμενο τής καύχησης, αυτό για το οποίο καυχιέται κάποιος, καμάρι (α. «ώ γνήσια τής Ελλάδος τέκνα... καύχημα νέον», Κάλβ. β. «καύχημα ὑμῶν ἐσμεν καθάπερ καὶ ὑμεῑς ἡμῶν», ΚΔ) 2.… …   Dictionary of Greek

  • καυχημάτων — καύχημα a boast neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καυχήμασι — καύχημα a boast neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καυχήμασιν — καύχημα a boast neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καυχήματα — καύχημα a boast neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καυχήματι — καύχημα a boast neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καυχήματος — καύχημα a boast neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καύχαμα — καύχημα a boast neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αύχημα — αὔχημα, το (Α) [αυχώ] 1. πράγμα για το οποίο καυχιέται και υπερηφανεύεται κανείς, το καύχημα 2. αιτία για καύχημα, δόξα 3. καύχηση, παίνεμα, επίδειξη δύναμης 4. έπαρση, αλαζονεία …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.